ΑΝΝΑ ΡΩ
24 ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Δώδεκα αφηγήσεις-ταξίδια στις σκοτεινές διαδρομές του νου, της μνήμης, του λογικού και του παράλογου, αναζητούν και ανακαλύπτουν: Την πολυδιάστατη υπόσταση του ανθρώπου και την ανάγκη του να ξεπεράσει τον -εν δυνάμει- εαυτό του. Η επιζήτηση της ευτυχίας — δόλωμα θανάτου, σχηματοποιεί την τραγικότητα των ηρώων.
Από τα τρυφερά χρόνια της αθωότητας έως την σκληρή αποκάλυψη της ενηλικίωσης η απολογία της Μαρίας — τεμαχισμένος καθρέφτης. Η Φανούκ, το κορίτσι με το λευκό χαμόγελο, ισχνή σκιά στη νύχτα της ερήμου. Ο Φιοντόρ, μελαγχολική μελωδία, αναταράζει τα νερά του Δούναβη, ενόσω ο κόσμος απλώνεται στο χάος. Η φαντασία αναμετράται με την πραγματικότητα, ένα όστρακο γίνεται θεματοφύλακας της ιστορίας και ένας άνθρωπος ο τελευταίος σπόρος της γης.
Κάθε ιστορία και ένα ζητούμενο: Η αναζήτηση της ταυτότητάς μας, της αλήθειας, του δικαίου, της λύτρωσης. Κάθε κεφάλαιο και μια κραυγή που ικετεύει, απειλεί, αντιστέκεται στο δυστοπικό παρόν και το απροσδόκητο μέλλον. Ένα πολύπλοκο αφηγηματικό παζλ με σκληρή, παραληρηματική και άλλοτε ποιητική γλώσσα, προκαλεί τον αναγνώστη για τη σύνθεση και συγχρόνως την αποδόμησή του, ως προσπάθεια ενδυνάμωσης της ελπίδας που αποπνέει η θέληση για τη ζωή.
`
Από το Οπισθόφυλλο
O κόσμος σείεται. Δώδεκα κραυγές από τα σκοτεινά του βάθη απειλούν το οικοδόμημά του. Ισάριθμες αφηγηματικές γέφυρες χαρτογραφούν την κοινωνικοπολιτική σαθρότητα, συνδέοντας τα συνειδησιακά αδιέξοδα δώδεκα ανθρώπων· ή μήπως ενός;
* Με αιχμηρές μεταβάσεις -από τον εμφύλιο του Μπουρούντι στη Βοστώνη της σιωπής και από το υπόγειο μιας πολυκατοικίας στο Φάληρο σε έναν άγνωστο αστεροειδή- οι ήρωες των ιστοριών, στο μεταίχμιο της ζωής τους, ακροβατούν μεταξύ παράδοξου και λογικού, αναζητώντας τον έσχατο λόγο ύπαρξής τους στη Γη. Πρόσωπα υπαρκτά ή ανύπαρκτα, άνθρωποι ή όχι, θύτες ή θύματα, τροχοδρομούν προς την ίδια κατεύθυνση: Την κατάκτηση της ελευθερίας. Ο δρόμος μπορεί να είναι ένας, αλλά οι επιλογές πορείας πολλές, και η κατανόηση της ελευθερίας πολύπλοκη. Τα προσωπεία πέφτουν, αποκαλύπτοντας τις πτυχές του ψυχισμού τους που καθορίζει τη διαδρομή. Το ερώτημα κάθε φορά είναι: Πώς θα οδηγηθούν στη λύτρωση;
Κάποιος περπάτησε σε αυτή τη γη / ακολουθούν τα αχνάρια του τα πουλιά / χωρίς να υποψιάζονται ότι / αν ποτέ τον συναντήσουν / θα τα σκοτώσει.

ΟΙ 12 ΚΡΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΚ
Με τη ματιά του αναγνώστη
Θ.Β.:Το αναγνωστικό ενδιαφέρον μου για τις «12 κραυγές του Μουνκ», το νέο βιβλίο της Άννας Ρω, συντονίστηκε και κορυφώθηκε παρακολουθώντας τις κολασμένες ζωές των ηρώων, θυμάτων και θυτών σε εναλλασσόμενους ρόλους. Μέσα από πρωτότυπα ευρηματική σύλληψη της συγγραφέως, όλα ζωντανεύουν εκεί! Ψυχικά και παιδικά τραύματα που γίνονται αόρατοι οδηγοί και εξελίσσονται σε υπαρξιακά αδιέξοδα. Η τραγωδία του διαγενεακού τραύματος. Έντονη αλληγορία. Παιδική τρυφερότητα να ξεδιπλώνεται σε ονειρικούς, παραμυθένιους κόσμους. Βιτριολικό χιούμορ, περιγράφοντας κάποιες φορές με σκληρό λόγο, υπερρεαλιστικά την πραγματικότητα που μας ξεπερνάει! Το παράλογο, το αλλόκοτο, τη λογική, την αδικία προσωπική και κοινωνική. Συναντάμε την απογοήτευση, την απελπισία, συσσωρευμένο, καταστροφικό θυμό. Πολλές διαφορετικές προσωπικότητες, μέσα από προσωπεία και μάσκες προσπαθούν να κρύψουν τον έναν άνθρωπο. Και αυτός μέσα στην τραγικότητά του, λιθοβολώντας τις επιθυμίες του, μετατρέπει συχνά την ήττα σε δεύτερη φύση, αναζητώντας μάταια, τον δρόμο προς την ελευθερία!
Ν.Σ.: Ανοίγεις ένα βιβλίο κι ανοίγεις μαζί και μια ανάμνηση. Τουλάχιστον μία. Mπορεί να μοιάζει με τη δική σου ή να είναι εντελώς ξένη, καλύτερη ή χειρότερη απ' τη δική σου. Νοιώθεις πως με κάποιο τρόπο σε περιέχει, πως ίσως με μια τέτοια ανάμνηση να μπορούσες να είχες αλλάξει την περίληψη της δικής σου ζωής. Την ξέχασες όμως. Ίσως γιατί πονούσε, ίσως γιατί δεν την κατάλαβες. Και τότε προσπαθείς να θυμηθείς μέσα από την ανάμνηση του ήρωα, εκείνη τη μία η τις περισσότερες δικές σου, κι αναρωτιέσαι μήπως στην πραγματικότητα έζησες μια διαφορετική ζωή από αυτή που πίστευες, ότι δεν της έδωσες την αξία που έπρεπε κι έτσι την έχασες. Ότι υπήρχαν καθοριστικές λεπτομέρειες που όμως τις παρέλειψες. Σκέφτεσαι πως, ίσως σε κείνη τη ζωή, σε κάποιο βήμα σου, να υπήρξε ένας καλός άνθρωπος που αγνόησες και σε ένα επόμενο κάποιος άλλος που ξέχασες και ίσως εκεί να ήταν ο τόπος σου, εκεί να είχες βρει το σπίτι σου. Μέσα από κάποιου άλλου την ανάμνηση λες πως μπορεί να είχες άλλες ιστορίες να διηγηθείς, σε άλλους δρόμους να περπατήσεις, άλλες ευχές να κάνεις. Υπάρχουν τέτοια βιβλία κι έτσι δένεσαι μαζί τους.
Έτσι δέθηκα με τον ήρωα της πρώτης ιστορίας. Τον ακολούθησα στο δρόμο του για τη λύτρωση. Με εσωτερικά σημειώματα καρφωμένα σε παλιές πληγές. Κάθε φωτογραφία και σημείωμα και τα ξεκαρφώναμε μαζί.
Πυκνή σε νοήματα και η δεύτερη ιστορία, διαδραματίζεται σε μια συνοικία της Αθήνας και συνεχίζει σ ́εναν άχωρο τόπο κι έναν άχρονο χρόνο με κατοίκους που αντιπροσωπεύουν τα είδη εκείνα που τελικά δεν ξέρουμε αν άντεξαν ή δεν άντεξαν να ζήσουν ως εξαίρεση, ξεπερνώντας τις δοκιμασίες πειραμάτων που τους έγιναν στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή τους. Κάθε βήμα τους καθορισμένο με ακρίβεια από μία παντεπόπτη επιτροπή με αναγνωριστικό της ύπαρξής τους έναν αριθμό. Ο Φιοντόρ δεν … Αυτό το ξέρουμε. Δεν ολοκλήρωσε τη σειρά των πειραμάτων. Ήταν άνθρωπος, και χάθηκε στη λύπη του πριν … Πεντακάθαρη μέσα από λέξεις και περιγραφές που υπακούουν στο τρυφερό συναίσθημα και στη φαντασία της συγγραφέως, αυτή η λύπη του παρελθόντος και του παρόντος μας δείχνει την πιθανή πορεία ενός ανθρώπινου ζοφερού μέλλοντος. Σ αυτό το ζοφερό όμως μέλλον υπάρχει ελπίδα; Την έψαξα, και είπα πως ίσως και να υπάρχει, στα δεμένα με χρυσά κορδόνια στα πόδια της Μαρουσώς πράσινα παπούτσια. Ίσως μέσα από τους αιώνες έφτασαν τελικά στον προορισμό τους και ίσως να συναντήθηκε ο Φιοντόρ μαζί της, και να χόρεψαν εκείνο τον χορό, που τόσο πολύ είχε ονειρευτεί. Ίσως να πρόλαβε να πεθάνει ως ένας άνθρωπος που εκπλήρωσε την τελευταία του επιθυμία και όχι ως ένας αποτυχημένος αριθμός σε κάποιο επιστημονικό πείραμα. Ίσως βέβαια να μην ήταν κι έτσι αλλά κάποιος, άνθρωπος ακόμα, από το παγκόσμιο πρόγραμμα διαιώνισης των ειδών, να έδωσε τα πράσινα παπούτσια μαζί με την τούφα από τα μαλλιά του Φιοντόρ και τα γυαλιά του στη Μαρουσώ, σαν μια τελευταία ένδειξη ανθρωπιάς, εκπληρώνοντας την τελευταία του επιθυμία. Και δεν είναι αυτοί οι δύο πολύ καλύτεροι θάνατοι; Δεν υπάρχει ελπίδα εδώ και δεν υπάρχει ελπίδα στην αγωνία τού ... για το τέλος που υποψιάζεται πως του επιφυλάσσεται και στην προσπάθειά του, ως ύστατη επανάσταση, να δώσει το δικό του τέλος;
Στην τρίτη ιστορία ένα ευαίσθητο όστρακο της ανοιχτής θάλασσας, στην καινούργια του μορφή, εκείνη ενός μελωδικού γκλιν γκλον, λειτουργώντας ως τράπεζα συλλογής ξένων συναισθημάτων και γνώστης οικογενειακών μυστικών, διηγείται στον χαμένο πρωτότοκο γιο μια ιστορία. Τον ταξιδεύει εκεί που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί και τον βοηθάει να βρει τις σκληρές αλήθειες του, μέσα από την ειρωνεία της ύπαρξής του. Ποιας όμως ύπαρξης; Τι συμβολίζει; Σε ποιον άγνωστο κόσμο βάλτωσε και είναι ακόμα εγκλωβισμένη; Σε ποιο σύμπαν συνομιλούν μεταξύ τους; Ερωτηματικά που ανακύπτουν όσο η ιστορία εξελίσσεται, μέχρι που κάποια στιγμή δεν έχει καμία σημασία η απάντηση παρά μόνο το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Παραδίνεται ο αναγνώστης στην ομορφιά των διαλόγων, των περιγραφών των συναισθημάτων, των εικόνων και του νοήματος της ιστορίας. Προς το τέλος όλα ξεκαθαρίζουν σε ένα μεγάλο βαθμό μέσα από την αναφορά ενός ιστορικού γεγονότος.
Σε άλλη ιστορία η Σάσα συναντιέται με το γιο της στη... κι όταν τα χέρια του παιδιού της ανταποκρίνονται διστακτικά στο κάλεσμα των δικών της χεριών τότε γεννιέται μια ελπίδα για μια καινούργια αρχή και για τους δυο τους. Είναι ορισμένες ιστορίες που ελπίζεις σε ένα όμορφο τέλος, παρόλο που η εξέλιξη σε προϊδεάζει για το αντίθετο, και όταν συμβαίνει αυτό που ελπίζεις τότε ευχαριστείς τη συγγραφέα που δεν σε απογοήτευσε.
Υπάρχουν όμως και κάτι άλλες όπου δεν μπορείς να φανταστείς καθόλου το τέλος τους και το οποίο έρχεται απροσδόκητο και ανατρεπτικό και σε αφήνει άναυδο. Μια τέτοια ιστορία ήταν "Η ώρα του διαβόλου". Κάποιος θα έλεγε πως ήταν θέλημα Θεού, κάποιος άλλος πως ήτανε η μοίρα.
Και οι ιστορίες συνεχίζονται...
Η σιωπή δεν τον λυπήθηκε. Ήρθε, και είχε τους λόγους της, κι εγκαταστάθηκε στη ζωή και στο σπίτι του. Τον βλέπω μπροστά στα ηλεκτρονικά παράθυρα να παρατηρεί, να ψάχνει την απαγορευμένη αλήθεια μέσα του, να αποκαλύπτεται και να απορρίπτεται, να αποκλείεται και να απομονώνεται. Οι σεξουαλικές προτιμήσεις του κατακριτέες και ασυγχώρητες. Τον βλέπω ακουμπισμένο στο παράθυρο του σπιτιού του να κρυφοκοιτάζει τα βράδια στο απέναντι παρκάκι η κι άλλες φορές στο απέναντι μπαλκόνι τους οι Π&Μ να εκφράζουν ελεύθερα τον έρωτά τους. Ό,τι είναι για τον ίδιο απαγορευμένο για εκείνους είναι θεμιτό. Ζηλεύει την ανοιχτωσιά της σχέσης τους, ζηλεύει αυτό που θα ήθελε να έχει, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παραδίνει κάθε βράδυ ενοχικά στο σκοτάδι το φοβισμένο και γοητευμένο από το θέαμα εαυτό του. Γιατί το κάνει όμως αυτό; Θέλει να φτιάξει έναν κόσμο να τον αφήσει στο χαρτί ή μήπως να φτιάξει έναν κόσμο για να τον χωρέσει και να τον αντέξει ή μήπως και τα δύο μαζί; Μ ́έναν γεμάτο ένταση, δυνατό, εσωτερικό μονόλογο συνεχίζει την ανώφελη διαμαρτυρία του απέναντι σε όλους και όλα όσα τον πλήγωσαν που όμως διακόπτεται από τις φωνές που έρχονται από το μπαλκόνι των Π&Μ. Για μια ακόμα φορά έχουν ξεκινήσει έναν καυγά. Οι φωνές ξαφνικά σταματάνε κι ένας χτύπος ίδιος με κείνον... τον τρομάζει. Κι ύστερα ένας δεύτερος ίδιος χτύπος. Αφουγκράζεται τους εξωτερικούς θορύβους και καταλαβαίνει. Η πηγή της ζήλιας του, η πηγή της έμπνευσής του, οι εραστές απ ́ το απέναντι μπαλκόνι, οι Π&Μ δεν ... και μπορεί επιτέλους να γράψει την ιστορία του στην ίδια γνωστή, ραγισμένη τώρα, σιωπή του.
... Κοινωνική βία και αποξένωση και προσπάθεια αναζήτησης ενός σκοπού, που θα δώσει διέξοδο και νόημα στο τέλμα της ζωής του. Δεν την καταλαβαίνω τη γη. Εκατομμύρια χρόνια τώρα αρνείται να εξαφανίσει τον άνθρωπο, τον μοναδικό κάτοικό της που προσπαθεί να την εξαφανίσει. Το μόνο που επανειλημμένα κάνει είναι να κλείνει μέσα του το σπόρο της, κι ύστερα όταν έρχεται η ώρα, να τον σπάει και να βγαίνει ζωηρή και πράσινη, χαμογελαστή η ζωή, γεμάτη υποσχέσεις για μια καινούργια αρχή.
Δεν την καταλαβαίνω τη γη, θα μπορούσε όμως να τη λένε Μαρία.
… Η Μάσα είχε όραμα και ήταν υπέροχη. Ήθελε να χαράξει το δικό της δρόμο στον κόσμο της τέχνης, αναζητώντας με μιαν άλλη όραση, να αναδείξει το μεγαλείο που υπάρχει στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων. Είχε φωτιά στο αίμα και ήθελε μέσα από κοσμικές φλέβες και αρτηρίες να μεταδώσει το πάθος της για την τέχνη, κι έτσι μαγικά, ο κόσμος να γίνει όπως ακριβώς κάποτε τον είχε φανταστεί. Κι ύστερα έγινε Μαρία κι ο δρόμος της τέχνης έγινε αόρατος. Ο Α.Β. διάσημος Έλληνας ζωγράφος, την είπε Μαρία μα εκείνη ήθελε να είναι Μάσα. Να κρατήσει πάση θυσία τον παλιό της εαυτό, να μην την καταπιεί το σκοτάδι που την έβαλε να ζει. Και το κατάφερε δημιουργώντας στιγμιαία ένα εικαστικό έργο από ανθρώπινο σώμα, αίμα και χρώμα. Κέρδισε πίσω το όνομά της, προσφέροντας στον Α. Β έναν ηδονικό... οδηγώντας τον στο σκοτάδι που πρώτος εκείνος είχε φτιάξει για τον ίδιο τον εαυτό του αλλά και για κείνη, χαρίζοντάς του τη...
… Ο Άγγελος αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο σχεδιάζοντας προσεκτικά την απόδρασή του. Πριν φύγει θα έδινε την τελευταία μάχη με τον εαυτό του και με όλους όσους ήθελε να νικήσει, παίρνοντας έτσι την εκδίκησή του. Ήταν άτυχος από μάνα κι ο πατέρας του χάθηκε νωρίς, ενώ καταστροφικό ρόλο έπαιξε στη ζωή του και η αδερφή της μάνας του, η Έλσα που δυστυχώς δεν συμπεριλήφθηκε στην εκδίκησή του. Δεν ξέρω γιατί δεν την κατηγόρησε ποτέ, γιατί την άφησε στο απυρόβλητο. Μια τιμωρία της αναλογούσε κι εκείνης.
… Περίπλοκη η διαδρομή προς την αποκάλυψη στον "Εκτιμητή αξιών". Το τέλος απρόβλεπτο και σκληρό όπως και όλη η ιστορία. Ο Ανδρέας, η πιο σιωπηλή κραυγή. Ο Πάνος το πρώτο θύμα. Η Μαρίκα, η πιο μισητή Μαρία απ' όλες, δεν έπρεπε ποτέ να έχει γεννηθεί. Δεν θα έπρεπε ποτέ να είναι οποιαδήποτε από εμάς, οποιαδήποτε από τις μάνες του κόσμου. Μεγάλωνε δυο αγόρια, τα έβλεπε να καταστρέφονται από τον ίδιο τους το γεννήτορα και έμενε παθητική, ψελλίζοντας ένα παρακλητικό κι αδύναμο "μην πας". Σταματάει ένα τέρας με ένα αδύναμο μην πας; Το τέρας το σκοτώνεις αμέσως, κρυφά η φανερά, κι όχι αφού σου έχει καταστρέψει και τα δυο παιδιά Μαρίκα. Δεν κοιμάσαι με το τέρας Μαρίκα, δεν τρως με το τέρας Μαρίκα, δεν του πλένεις, δεν του σιδερώνεις, δεν κλείνεις τα μάτια και τ αυτιά σου μπροστά στο τέρας Μαρίκα. Το σκοτώνεις το τέρας Μαρίκα και το κατάλαβες αργά. Η Μαρίκα δεν τιμωρήθηκε, και δεν ξέρω ποια τιμωρία θα της άξιζε, μόνο πέθανε κι αν ήμουνα ο γιος της θα έγραφα πάνω στην ταφόπλακά της «Στ' ανάθεμα».
… Δεν μπορούσε κανείς να δει τις σκέψεις της, παρά μόνο τις πράξεις της και οι πράξεις της ήταν όλες γεμάτες αφοσίωση και φροντίδα παρόλο που ο πρόεδρος του ιδρύματος δεν της το αναγνώριζε. Το ανθρώπινο υλικό, όπως το είχαν ονομάσει,που έπρεπε να υποστηρίξει ήταν αλλόκοτο, ξεκομμένο σε έναν άλλο κόσμο, χωρίς καμία χρησιμότητα και χωρίς ελπίδα εξέλιξης. Ένα από αυτά τα υλικά που συνήθως χάνεται χωρίς κανείς να δώσει κάποια ιδιαίτερη σημασία όπως συμβαίνει με ό,τι είναι εξ αρχής καταδικασμένο να χαθεί. Πριν όμως χαθεί κάποιοι αποφάσισαν, μέσω πειραμάτων, να δοκιμάσουν να του αποδώσουν έναν βαθμό χρησιμότητας. Ξεκίνησαν, μυστικά και απαγορευμένα, φαρμακευτικές εταιρείες να πειραματίζονται μέχρι που η Μαριγώ, η αφοσιωμένη, η φροντιστική, η ευαίσθητη απέναντι σ ́αυτά τα καταδικασμένα από Θεό κι από ανθρώπους πλάσματα, το κατάλαβε, όπως το κατάλαβαν και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι αλλά δυστυχώς περιθώρια αντίδρασης προς υπεράσπισή τους δεν υπήρχαν. Ταυτισμένη, λόγω της παράξενης εμφάνισής της, της ταιριαστής σε κάποιο βαθμό με το ανθρώπινο υλικό της, και από συμπόνοια λόγω της μακρόχρονης συνύπαρξης μαζί του, μη αντέχοντας να βλέπει πλέον τη βασανισμένη ζωή τους, πήρε την απόφασή της. Δεν μπορούσε κανείς να δει τις σκέψεις της εξαντλημένης και απελπισμένης Μαριγώς, γι' αυτό κανείς δεν κατάλαβε το κακό που είχε στο μυαλό της. Στη φωτιά που έβαλε κάηκαν τριάντα εννέα από τα ανθρώπινα πλάσματα που φρόντιζε και νοιαζότανε. Η πράξη της, υποστήριξε στην απολογία της, πως δεν ήταν λάθος αλλά μια πράξη απελευθέρωσης και καλοσύνης και πως δεν το μετανιώνει, μόνο λυπάται για όσους επέζησαν. Είπε ακόμη πως την απόφασή της την πήρε σύμφωνα με τα μέτρα της λογικής χωρίς και η ίδια να έχει συνειδητοποιήσει πως την απόφαση της αυτή την πήρε σύμφωνα με τα μέτρα της ταλαιπωρημένης της ψυχής, κι αυτό ίσως να είναι το μόνο της ελαφρυντικό.
Η πιο σκληρή ιστορία από όλες, γιατί είναι και η πιο ρεαλιστική. Η πιο δυνατή, πονεμένη, απελπισμένη κραυγή απ ́ όλες. Κανείς δεν πρέπει να πονάει τόσο πολύ.
Και τώρα οι Μαρίες σου…
… Η Μαρία με όλα της τα ονόματα, γεννιέται ξανά και ξανά γκρεμίζοντας και χτίζοντας, ξεριζώνοντας το παρελθόν της και ακολουθώντας τους δικούς της κανόνες για να μπορέσει να υπάρξει μ έναν καινούργιο εαυτό ελπίζοντας σ ́έναν καλύτερο κόσμο. Παραπλανημένη από τη θρησκεία εκθρονίζει τελικά τους θεούς της, μένοντας στην αναζήτηση του ενός και αληθινού θεού γυρεύοντας λίγη γαλήνη να ημερέψει η ψυχή της. Η Μαρία με τα πολλά πρόσωπα της ανάγκης για επιβίωση, περιπλανιέται στους χάρτες του μυαλού της αναζητώντας την ταυτότητά της. Καταφέρνει και ξεφεύγει με πολύ αγώνα από τον οπισθοδρομικό συντηρητισμό τον διδαγμένο από δυο γονείς που δεν την αγάπησαν ή που απλώς δεν ήξεραν πώς να αγαπούν.
Μια τεράστια αγκαλιά από αντιθέσεις όλες οι Μαρίες, με το βαφτιστικό τους η όχι, κι άλλες πάλι φορές μια αγκαλιά από αγκάθια κι άλλες φορές μόνο αγκάθια. Θύτες ή θύματα, σκληρές ή τρυφερές, θύματα ή δολοφόνοι, μισητές ή αξιαγάπητες, απελπισμένα προσπαθούν να μη διαλυθούν κι άλλοτε πάλι χωρίς ντροπή να διαλύσουν.
Η αγαπημένη μου Μαρία, παρόλο που η παρουσία της ήταν ελάχιστη, είναι η Μαρουσιώ με τα πράσινα παπούτσια στην όχθη του ποταμού. Έγινε πίνακας ζωγραφικής μες το μυαλό μου.
Διάβαζα το βιβλίο κατά τη διάρκεια της μετακόμισης από την Αθήνα στην Πάρο. Το διάβασα πολλές φορές και κάθε φορά ανακάλυπτα και κάτι καινούργιο που μου είχε διαφύγει. Οι ιστορίες όλες χωρίς γέλιο η χαμόγελο, ανθρώπινες, συγκλονιστικές στην εξέλιξη και στο τέλος τους. Οι χαρακτήρες σου περίπλοκοι, περιπλανιούνται σε εσωτερικά οδυνηρά μονοπάτια της ψυχής, στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τον εαυτό τους και τη σχέση με τον κόσμο γύρω τους και τον εαυτό τους.
Ο λόγος στοχαστικός, φιλοσοφικός, δημιουργεί ερωτήματα, η γραφή σου ποιητική, ασυνήθιστη, συχνά αλληγορική, παίρνει την πραγματικότητα και την οδηγεί, με μια διαφορετική ματιά, σε άλλους κόσμους με πολλές δυνατότητες ερμηνείας. Μέσα από τις ιστορίες προβάλλονται θέματα καθημερινά, όπως αυτό της κοινωνικής βίας και αποξένωσης, ρατσισμού και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκείας και πίστης, βίας κατά των γυναικών, σεξουαλικής εκμετάλλευσης των γυναικών. Θέματα έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των δύο φύλων, γονικής εγκατάλειψης, μητρικής προδοσίας, αιμομικτικών βιασμών, που καταλήγουν σε μια σπαραχτική κραυγή που βγαίνει απ' τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, από τα βάθη του πλανήτη γη. Τα εκφραστικά μέσα εντυπωσιακά, μοιάζει να τα κατέχει χωρίς προσπάθεια, το συναίσθημα ειλικρινές και η απόδοσή του δυνατή, η φαντασία πλούσια και δημιουργική.
Οι δώδεκα κραυγές του Μουνκ είναι ένα βιβλίο που προσεγγίζει και εμπνέει γιατί μπορεί και μεταφέρει βαθιά μέσα μας την αγωνία, τον πόνο και την απελπισία του ανθρώπου στην προσπάθειά του να βρει νόημα και αξία στο περιεχόμενο της ζωής του, με ισχυρό και πολυπόθητο ζητούμενο τη λύτρωση.

ΟΙ 12 ΚΡΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΚ
Η γνώμη των ειδικών
Γ.Δ.: Αγαπητή Άννα, καλησπέρα.
Μόλις τελείωσα το βιβλίο σου «Οι δώδεκα κραυγές του Μουνκ» και είδα το δημιούργημά σου ως συναρπαστικό για πολλούς λόγους. Είδα αφηγηματική ικανότητα, ποιητικότητα, σωστό χειρισμό γλώσσας, πλούσιο λεξιλόγιο, ακριβή επιλογή λέξεων-νοημάτων, ενδιαφέρουσα πλοκή, ρέουσα καταγραφή.
Όπως συνηθίζω να λέω, δικαιολογία ύπαρξης έχει ένα βιβλίο όταν χαρίζει αισθητική απόλαυση και κεντρίζει επαγωγικά την κριτική σκέψη του αναγνώστη. Το βιβλίο σου έχει και τα δύο με ένα ακόμα προτέρημα κατά τη γνώμη μου: Κινείται μέσα στην κοινωνία και με αρκετή ευκρίνεια η αφήγησή σου δείχνει την έγνοια σου για τον διπλανό, θίγει κοινωνικά προβλήματα, προκαλώντας για πολιτική σκέψη, μακράν της άγονης και αφόρητης «ιδιωτικής εσωστρέφειας» του καιρού μας.
Θεωρώ ότι με αυτό το έργο κέρδισες επάξια μια θέση στα ελληνικά γράμματα και σου αξίζει κάθε έπαινος. Μπορώ να γνωρίζω τον κάματο, τη λεπτουργική αφοσίωση, το τρέξιμο της φαντασίας και το τι κρύβουν οι λέξεις και οι σιωπές σου. Το βιβλίο σου με συνεπήρε πολλές στιγμές και σε ευχαριστώ για το πανέμορφο ταξίδι.
Γ.Μ.: Άννα,
θα ήθελα να σε παρακαλέσω να δεχθείς
τη συγκίνησή μου την πολύ δυνατή συγκίνηση
που μου προκλήθηκε διαβάζοντας το βιβλίο σου «Οι 12 κραυγές του Μουνκ»
μία και δύο — ίσως, πολλές — φορές σε κάποια σημεία.
Γιατί το βιβλίο σου είναι ένα αριστούργημα της πεζογραφίας μας.
Ξεκινώντας από βαρυσήμαντες διατυπώσεις και εκμυστηρεύσεις στις πρώτες του σελίδες περνώντας αριστοτεχνικά στη συνέχεια στη χαμοζωή που ζούμε για να καταλήξει σε ένα τέλος που μόνο ένας που έχοντας διαβάσει και έχοντας αφομοιώσει σωστά την αρχαία τραγωδία μπορεί να εμπνευστεί και να αποδώσει τόσο τέλεια.
Επίλογος
Μαρία
Ήταν κάποτε μια Μαρία μολόχα και αγκάθι, πράσινη γη αντηλιά στα δακρυσμένα μάτια, ψιλή βροχή.
Κάποτε… ήταν καθρέφτης του χρόνου της ιστορίας γιορντάνι λάβαρο σε ψηλή κορφή.
Και έπειτα… ένας θρήνος χάμω, στα πόδια της γης στις στοές και τα λαζαρέτα, μελωδία μυστικής προσευχής.
Και ήρθε μια νέα Μαρία μαύρη σαν άναστρη νύχτα αλάτι στη δίψα, στη σάρκα του κόσμου πληγή.
Στέκεται τώρα εκεί... στης άνοιξης τη φούρια χωράφι γυμνό στάχυ, δάκρυ, και όψη αλγεινή.
Αχ, Μαρία παρακαταθήκη στων τοκογλύφων τα χέρια πανωτόκι των ανεξόφλητων χρόνων, περασμένη εποχή, μαύρη κηλίδα στον χάρτη, στων κροίσων την οροθεσία σβησμένη γραμμή.
Μαρία θα πει… ακτίνα από φως, θάμπος χρυσό.
Μαρία θα πει… έρωτας και αγάπη, ελιά, δάφνη, πυρσός. Μαρία θα πει σωσμός.
Έλα, βγάλε φωνή! Μαρία της ενοχής, της φωτιάς, του πόνου και του οδυρμού.
Μαρία, Μαρία χώμα μου γράμμα χαραγμένο στου δέντρου την ψυχή αίμα στα σπλάχνα, στα βράχια βαθιά ρωγμή.
Μαρία, Μαρία ριγμένη στη Γη πευκοβελόνα ξερή.
Έλα, παιδί του διαβόλου, μάνα του Θεού, στίγμα του απείρου και των αστεριών σκέπασμα.
Έλα, Μαρία! Γάλα, πυκνό θησαύρισμα μαντήλι λευκό στου ανέμου το άγριο πέρασμα.
Μαρία... μαύρο μου σύννεφο. Μαρία! Ορφάνια των αθώων της γης.


