
Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. Κι αν σηκώσεις τις λέξεις, τόσο θλιμμένα, σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Γιώργος Μαρκόπουλος
Καψαλισμένη γη του Μίλτου Γκολέμα
Καθημερινές συνήθειες ενός ποιητή
Μπορεί να δείτε έναν ποιητή
να πατάει τα παπούτσια του στις φτέρνες γιατί πρήζονται τα πόδια του/ να προσπερνάει αδιάφορα τον ζητιάνο του δρόμου/να φωνάζει άσκοπα στο γκισέ μιας δημόσιας υπηρεσίας/για να βρει το δίκιο του/να παρακολουθεί το δελτίο καιρού/για να μην πνιγεί από τη μοναξιά του/να κρυφοκοιτάζει από τις γρίλιες τα πυροτεχνήματα των επιτηρητών του κόσμου/να κρύβεται πίσω από τα ράφια του σούπερ μάρκετ/για να γλυτώσει από μια άσκοπη καλημέρα/να απλώνει τις λέξεις του πάνω στα σκοινιά/να στεγνώνει τα δάκρυά του με ψήγματα αγάπης/να νιώθει απωθητικά προς τη πολυλογία του γείτονα/να ξανανιώνει από τα φιλιά τυχαίων ερωτευμένων ζευγαριών./Μπορεί να τον δείτε βυθισμένο στου ωκεανού τις βαθιές σήραγγες/στις ράγες των τραίνων να μετράει στα δάχτυλά του την προπαίδεια/στο καφενείο να ξεχωρίζει ψιλά για το φιλοδώρημα/να κρατάει μια αρμαθιά κλειδιά και να γυρεύει τις κλειδαριές/να ποζάρει με το καλό του σακάκι/να περιμένει σε όλη του τη ζωή μια τήβεννο/να γλείφει το πύον των τεράτων/να απορρίπτει ότι με μανία και πείσμα υποστήριζε/να κλέβει τις νότες των πουλιών/να δαγκώνει τα χείλη του από ζήλεια./Μπορεί να τον δείτε να απλώνει τα χέρια του/για να σας κρατήσει μακριά από του μικρόκοσμού του το δέος./Μα ποτέ δεν θα τον δείτε να ξεκρεμάει το φως από τα αστέρια./Αυτό μόνο να θυμάστε.
https://www.youtube.com/watch?v=z3FCUs9USwM
Στα νεκροταφεία/το λευκό είναι τόσο καθηλωτικό,/το βλέπετε∙/βλέπετε πως φαντάζει παράταιρα/των μαύρων ράσων το ανέμισμα στις μετόπες των τάφων/και πως διαλύουν τη σιωπή τα διάφορα τροπάρια/περί μετοίκησης και ανάστασης νεκρών.
Στα νεκροταφεία/ το λευκό είναι τόσο καθηλωτικό,/το ξέρετε∙/και ξέρετε πως ξεφτίζουν αδιάκοπα/οι μυδιάζουσες μορφές των διάφανων κάδρων/και πως στάζουν δάκρυα τα ψηλά κυπαρίσσια/στα αστραφτερά σκεπάσματα των μαρμάρινων κρεβατιών./
Στα νεκροταφεία/ το λευκό είναι τόσο καθηλωτικό,/το νιώθετε∙/νιώθετε πως σχίζεται σαν χασές το σκοτάδι/στην άχραντη σιωπή των καντηλιών/και πως δραπετεύουν μοναχοί οι αγαπημένοι μας/στην άχρονη χώρα των σβησμένων δαυλών.
Στα νεκροταφεία/ το λευκό είναι τόσο καθηλωτικό,/πιστέψτε με∙/πιστέψτε με πως λεηλατεί αλύπητα/τα πλούτη των κλειδωμένων ματιών/και πως κόβει σαν μαχαίρι κοφτερό σε μαύρες εικόνες/χιλιάδες στιγμές χαμένης ζωής/και αναμνήσεις ευτυχισμένων ημερών.
Στα νεκροταφεία/ το λευκό είναι τόσο καθηλωτικό∙/το βλέπετε;
Κρίμα που δεν είμαι ποιητής/να ακολουθώ το ποτάμι στην εκβολή του/να υμνώ του ήλιου τα χρώματα/ να ονειρεύομαι μια τήβεννο/ να συνομιλώ με το τίποτα/και να κουρνιάζω στις λιωμένες σόλες των παπουτσιών μου./Κρίμα.../θα ήθελα να ήμουν ποιητής/τόσο, όσο μια άκληρη μάνα ποθεί να σφουγγίσει ένα παιδικό δάκρυ./Κι ας έχει κλείσει πια το βιβλίο των νέων υπογραφών/ οριστικά.
Πώς μετατράπηκαν τα σκιερά παραθυρόφυλλα/των ήσυχων δρόμων/που στέκανε πότε κλειστά και πότε ορθάνοιχτα/μα πάντα με την ίδια εγκαρτέρηση/προσμένοντας τα βήματα του ερχομού σου,/δηλώνοντας την ολοκλήρωση της φοράς του ήλιου/και την αφαίρεση του χρόνου της απουσίας σου από το παρόν/με μια σιωπηλή βαθιά υπόκλιση./Πώς γύρισαν την πλάτη τους/στην αμυδρή αχτίδα ανατολής/που ανέβαινε ντροπαλά/από το θειώδες χάσμα του χαμηλού ορίζοντα/και ύψωσαν το βλέμμα/στην αχανή οροσειρά της ματαιοδοξίας/και τον ρυπαρό ουρανό του αόρατου βασιλείου;/Πώς μαντάρισαν τσαπατσούλικα/τις νοητικές σου διαδρομές/κρεμώντας τα σάπια τους κομμάτια/άθλια ξέφτια στα τσιγκέλια των ανθρωποφάγων∙/πώς πήραν τα σκήπτρα/από τα αναποφάσιστα χέρια σου/και γυρνούν μόνα τους πια και ανεξέλεγκτα τα μάνταλά τους/στη θέα του κόσμου;/Πώς έγιναν ανοιχτές σελίδες/όπου καταγράφονται τα έργα και οι μέρες σου/αφού οι μέρες σου εσαεί μαύρα τσεμπέρια φόρεσαν/και τα έργα σου λάκκοι βαθιοί και λασπωμένοι/αγκομαχούν απ` το βάρος των γουρουνιών∙/πώς οδηγούν τον χρόνο σε αδιέξοδο/που όλο γυρίζει ,γυρίζει και γυρίζει /γύρω από εσένα./Πώς καρφώθηκαν οι ξεφλουδισμένες αγκίθες/μια - μια σαν σουβλερά καρφιά/στη χώρα που κοιμόταν η αγάπη σου/στις υγρές κοιλότητες σου/στους εύηχους κήπους των μουσικών σου ονείρων∙/πώς μπήχτηκαν οι σουβλερές προδότριες/στους πιστούς στρατιώτες της καρδιάς σου/και μ` ένα strike διέλυσαν την άδολη ευταξία σου;/Πώς ένα απλό παρατηρητήριο/της μικροζωνικής σου επικράτειας/άπλωσε παντιέρες για το αχανές του απείρου/επιβάλλοντας με το στανιό/την εκγαθιδρύα της ψευδούς παντογνωσίας/και των αμετροεπών πληροφοριών/σ 'ένα κακοκουρδισμένο γίγνεσθαι;/-Πώς;/-Stop/- Ποιος ρωτάει;/Πώς με τόση θρασύτητα με σταματάτε/και κατακρεουργείτε τη ροή της σκέψης μου/από αιώνες υποχθόνια/γερμένα ράθυμα στους σαθρούς τοίχους των κατοικιών σας/χειρολουστραρισμένα με το αίμα των δακτυλικών μου αποτυπωμάτων;/Θα ρωτάω ανά τους αιώνες/θα σπαταλήσω τους άτεκνους χρόνους/και τους φθόγγους των καταδικασμένων κραυγών/ώσπου ν` αποκαλύψω τα σκοτωμένα σπέρματα και τις αγονιμοποίητες ωορηξίες/ώσπου να συλλέξω σταγόνα-σταγόνα/την απωλεσθείσα φαιά ουσία μου/-Μα ποιος ρωτάει;/- Έχασες πια την έκτη σου αίσθηση.
Τα δόντια μου/αυτή η δυνατή στρατιά μου/μετά το πέρας των πρώιμων μαχών/και την αποδοχή της τελεσίδικης απόφασης/για παύση του πολέμου,/λόγω ωριμότητας των καρπών,/μένανε καλά φυλαγμένα στο βάθος των ούλων μου/κάτω από τις δυνατά αρματωμένες κόκκινες σάρκες/με γερά γαντζωμένα κόκαλα/και βαθιά απλωμένες ρίζες./Κάποτε όμως,/όταν οι πόλεμοι άρχισαν να πολιορκούν/τις κορυφογραμμές του εγκεφάλου μου/και τα άρματα μάχης άνοιξαν δρόμους/και θύλακες στη στοματική μου κοιλότητα/μυριάδες μικρόβια σάρωσαν/τους αυτομολήσαντες στα μαύρα σκοτάδια οστικούς ιστούς μου./Τριγμοί και πόνοι/φάρμακα και φαρμάκια/σαπίζουν ολοένα και πιο πολύ τον μαλακό πολτό τους./Πεθαίνουν,/κι ακόμα δεν αποφασίζω/να εξοντώσω τα μυριάδες μικρόβια/για να σώσω το στέμμα τους,/ή να ξεριζώσω από τον λαιμό κοπτήρες γομφίους και κυνόδοντες/και να απομείνω με ένα στόμα στρατόπεδο σε καιρό ειρήνης.
Δείτε στον γυάλινο δρόμο/τις αστραπές των ηλεκτροφώτιστων στολιδιών/πως φεγγίζουν τα δέντρα/δείτε πως ιριδίζουν τα φαιά λίπη της χειμερίας νάρκης μας/στα υγρά τρεχούμενα αυλάκια,/τα χρόνια δείτε,/ως φτωχά καραβάκια χωρίς αρματωσιά πώς παραδέρνουν∙/κι ακόμα δεν οργίασε η καταιγίδα/δεν ανεμοδάρθηκαν τα αβάσταχτα ύψη των έργων μας/δεν απειλείται η ματαιοδοξία της αιωνιότητάς μας./Μην κλείνετε τα μάτια/δείτε τη μαρμάρινη γυναίκα με τα υψωμένα χέρια/πως σηκώνει το ιμάτιο της/σ` έναν σιβυλλικό χαιρετισμό/προς τον μέλλοντα χρόνο,/πως απλώνει το βλέμμα της στο φως/λευκό πανί,/πως ζει και βασιλεύει/διαμελισμένη από τα τροχοφόρα νέφη∙/αγέρωχη ως πέπλο της βροχής/και αδράχτι των αστεριών/άφωνη στις ουράνιες σκάλες των ασμάτων/περιπαίζουσα τη φθορά/των φερόμενων της στάχτης τους αιώνων/μεγαλειοτάτη/στων πληβείων τις εφήμερες ιαχές ατάραχη./Δείτε στον γυάλινο δρόμο/πως διακλαδώνονται με ατσάλινες κλωστές/τα γεγονότα,/πως μπλέκονται με την αποφορά των υπονόμων,/συρματόδετες περικοκλάδες/σκαλωμένες στις πλάτες των αδρανών παλατιών./Ω μα δείτε επιτέλους!/Δείτε πως αντικατοπτρίζεται το ψεύδος/σαν καβαλάρης ξέφρενος στην πλάτη της αλήθειας.
Φορούσε μια κίτρινη πινελιά από ήλιο εκείνη την ημέρα/και κουβαλούσε πάνω του δεκατρία γενέθλια φεγγάρια/δώρο του Θεού∙/εχθρούς δεν είχε,/κι ο αέρας που τον ανέβασε ψηλά,/ήταν απλά, ένας απρόσκλητος επισκέπτης./Ήρθε,/και πρόσταξε τους πάντες να βγουν απ` τον χορό,/για να κάνει τη δική του πιρουέτα,/μια φιγούρα άγαρμπη και δόλια/έναν στροβιλισμό προς τα ύψη,/που ρούφηξε στη δίνη του,/το γέλιο,/τη χαρά,/τη μουσική/[...] Μην απορείς,/που σταμάτησε το ρολόι να κάνει τικ τακ/κι έμειναν στην πίστα απελπισμένα και μόνα τα σκοτεινά υλικά του λούνα παρκ./Είναι γιατί τα σύννεφα,/σαν γομολάστιχα, σβήσανε την πινελιά του ήλιου/κι έμεινε ο ουρανός δίχως χρώματα/κι ο χρόνος χωρίς φεγγάρια
Φορούσε μια κίτρινη πινελιά από ήλιο εκείνη την ημέρα/και κουβαλούσε πάνω του δεκατρία γενέθλια φεγγάρια/δώρο του Θεού∙/εχθρούς δεν είχε,/κι ο αέρας που τον ανέβασε ψηλά,/ήταν απλά, ένας απρόσκλητος επισκέπτης./Ήρθε,/και πρόσταξε τους πάντες να βγουν απ` τον χορό,/για να κάνει τη δική του πιρουέτα,/μια φιγούρα άγαρμπη και δόλια/έναν στροβιλισμό προς τα ύψη,/που ρούφηξε στη δίνη του,/το γέλιο,/τη χαρά,/τη μουσική/[...] Μην απορείς,/που σταμάτησε το ρολόι να κάνει τικ τακ/κι έμειναν στην πίστα απελπισμένα και μόνα τα σκοτεινά υλικά του λούνα παρκ./Είναι γιατί τα σύννεφα,/σαν γομολάστιχα, σβήσανε την πινελιά του ήλιου/κι έμεινε ο ουρανός δίχως χρώματα/κι ο χρόνος χωρίς φεγγάρια
Οι ήχοι/αυτοί οι σαλευτές του νου μου/έρχονται,/έρχονται στις μεγάλες σιωπές/που φέρνουν οι λύπες/έρχονται,/έρχονται αδιάντροποι πότες/της υδαρής ζωής μου./Έρχονται να ρουφήξουν άπληστα/το απόσταγμα της μνήμης μου/τη λίμνη των δακρύων μου/σεσημασμένοι κλέφτες των αδύτων μου/έρχονται,/έρχονται να αρπάξουν/τα στολίδια της ψυχής μου/των θεών μου τις υποσχέσεις/κρυμμένοι πάντα στα βαθιά σκοτάδια/των απελπισμένων εκκλήσεων/και των αποδιωγμένων φρικαλεοτήτων./Έρχονται/και είναι αστείο/αλλά χαίρομαι,/χαίρομαι γιατί δεν τους ακούω πια/χαίρομαι/γιατί,/γιατί επιτέλους δεν έχουν τίποτα να πάρουν/και τίποτα να πουν./Χαίρομαι/γιατί,/κατέχτησα πια το απόρθητο/και ύψωσα περήφανος τη σημαία μου/άκρως επαρμένη επί ιστού να κυματίζει/στου απόλυτου κενού την επικράτεια.
Πού κλώθει κρυμμένη η αλήθεια;/Στων αγαλμάτων τους αλαβάστρινους βίους ξαπλωμένη/ή στο παζάρι των σκλάβων του Νταλί/βαθιά στου Βολταίρου το κεφάλι καμουφλαρισμένη;/Μπορεί σα μύγα να εξαπλώνεται στων σαρκοφάγων τα κουφάρια/ή στα υγρά στίφη των ορυζώνων να προσκυνά∙/μπορεί και να περπατά, σαν άγουρο κορίτσι δακρυσμένο/στους μυστικούς κήπους του Κρεμλίνου, φοβισμένο./Ποιος να ξέρει;/Μπορεί καμιά φορά ν` ανθίζει/και να προικίζει την τελευταία στροφή των ποιημάτων τη χιλιοειπωμένη./Ναι, κάπου εκεί κρυφά ξεψυχά, η δυστυχισμένη.
Ήρθε λέει το πλήρωμα του χρόνου/κι άφησε η ποίηση την τελευταία της πνοή/στου ήλιου το πρεβάζι απάνω./σκοτεινιά. /Χάθηκαν τα χρώματα απ` του ουρανού το βλέμμα./Αφρούρητος πια, από το ασύστολό του ψεύδος/απεμπολεί από τα ύψη, στις άνοες στέγες των ανθρώπων,/ως μαύρες νιφάδες χιονιού, το βαρύ του πένθος./Και οι άνθρωποι;/Από καιρό πεθαμένοι κι αυτοί/αχόρταγοι ρουφούν το μαύρο χιόνι ψάχνοντας για χρώματα./Χρώματα...οι πολύχρωμες ελπίδες των ανθρώπων. Φρούδες πάντα./Κι ο ουρανός;/Πόσες νιφάδες να σκορπίσει πια!/Κι ύστερα είναι κι οι στέγες. Πόσο βάρος ν` αντέξουν;
Ένα πεσμένο κυκλάμινο στο πεζοδρόμιο ενός ανθοπωλείου είναι η μεγαλύτερη απόδραση...
Εγώ που ζω υπό την σκιά των πλανητών μου κι εσύ που ζεις υπό την σκιά της άγνοιάς μου κι εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο εμπόδιο που φράζει τον δρόμο προς το φως να διαχυθεί στον κόσμο.
Υπάρχει και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα προς εξιχνίαση.
Η απόκοψη τού συν- από τη γη του αισθήματος
Η Ζωή μου ένα δέντρο/μόνο γυμνό και ξένο/καταμεσής στον κόσμο,/με ρίζες λεπτές που λιώνουν οι διαβάτες στον δρόμο/ χωρίς φύλα κι ανθούς,/ποτίζεται απ` τους ουρανούς/κι αναπάντεχα, υψώνεται./Η Ζωή μου ένα δέντρο καταμεσής στον κόσμο,/μόνο γυμνό και ξένο,/με ρίζες ρηχές που ποδοπατούν οι περαστικοί διαβάτες στον δρόμο/χωρίς φύλα κι ανθούς, ορθώνεται,/ποτίζεται απ` τους ουρανούς/κι αναπάντεχα, υψώνεται./Ένα δέντρο καπέλο πλατύγυρο/με κάτι ζουμερούς καρπούς/απλώνεται άναρχα στου κόσμου τα μήκη και πλάτη/με κόκκινα φύλλα και μωβ ανθούς./Αν δεν ήταν αειθαλές και αειφόρο,/κι αν τα καλοκαίρια δεν μάζευε τα δάκρυα απ` τους ουρανούς,/για να σταλάξει δροσιά στης ψυχής των ανθρώπων τον άραχνο χώρο,/θα `λεγα πως, προσομοιάζει κι αγκαλιάζει τη Ζωή μου/μέγιστη προσδοκία και προσμονή μου.
Ο βράχος σχηματίζεται χρόνια. Από θραύσματα. Ή το αντίθετο. Αποφλοιώνεται χρόνια. Από γρανίτης σε τούφες αλατιού. Άχνη ζωής. Με αλμύρα. Πέφτει σα δάκρυ. Στη θάλασσα. Κι από πάνω ο ήλιος. Το μάτι του θεού. Να χαζεύει μια καταστροφή. Μην κλαις. Το χάος θα κοιταχτεί στον καθρέφτη. Θα τρομάξει. Και θα σιαχτεί από μόνο του για έναν νέο γάμο. Με το μέλλον.
Μίλησαν οι καλλονές ακτιβίστριες/οι φοιτητές και οι μαθητές/οι πιστοί και οι άπιστοι/οι δηλωσίες κι οι αντιρρησίες/μίλησαν και οι δεσπότες/οι ψάλτες κι οι καντηλανάφτες/οι ένστολοι και οι ρασοφόροι/οι γιατροί το υγειονομικό προσωπικό/και οι τροτέζες/τα σεξ σύμπολ και οι διαδικτυακές διασημότητες /the trans end bi/ μίλησε ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ/και των Ηνωμένων Εθνών/η ερωμένη του Κένεντι Νταϊάνα ντε Βεγκ/ο Πάπας Φραγκίσκος/και οι καμαριέρες που αλλάζουν σεντόνια στις καταραμένες πολιτείες/μίλησαν οι κάμερες και τα τσιπάκια/βούιξε ο τόπος με τα podcast στο Spotify/ κι εσύ καημένε μου ποιητή/ ακόμα ξύνεις τη μύτη στο μολύβι σου/κι ακολουθείς με το απλανές σου βλέμμα/τα ξύλινα περιττώματά του/που βρωμίζουν τη λευκή σου σελίδα./Ποιον περιμένεις ν` ανέβει στο βήμα/ και να πει/για να τραβήξεις την πρώτη γραμμή/τον Ρα, τον Ποσειδώνα ή την Αφροδίτη/έρμε γενειοφόρε σιωπηλέ μάρτυρα της εποχής σου/ξύπνα∙/ μόλις πήρε τη σκυτάλη ο εαυτός σου.
Το σώμα ξένος τόπος /χωρίς σήμανση/κλειστή πόρτα/σκοτάδι/ Κι ο πόνος γδούπος του κενού/τραμπαλισμός των αναστεναγμών/και παύση/ερμηνεία της σιωπής/ σπασμένοι βραχίονες/και δάχτυλα χωρίς πλήκτρα/αδιάντροπο χάδι του νου η τελεία/ ξαπόστεμα/αιωρούμενη ανάσα /σαρακωμένο φύλλο/και φόβος του αέρα./Χρησιδάνειο η Ζωή/Αντιστέκεται.../Στον δρόμο της επιστροφής προς τον Χουν
Περιδιαβαίνουν στον κόσμο οι σκιές/γεμίζει ουλές η γη και αίμα/ κατράμι/χάρτινο κολάζ τα αποδημήσαντα χαμόγελα/κι εσείς σκυλιά ντυθήκατε των πεθαμένων τα κοστούμια/και σωπαίνετε/Ποιος θα αλυχτήσει τώρα τους εχθρούς;/Καημένα σκυλιά!/Κι υπολόγιζα στην ανθρωπιά σας.
Κι έφτασα τώρα ως εδώ/να σπάω τα αγάλματά μου/τις συνειδήσεις που τόσα χρόνια έχτιζα/τη μέσα μου πατρίδα,/ το φύλο μου/Μακριά από την ασφάλεια της βεβαιότητάς μου/της γνώσης μου,/ των οραμάτων μου/να ξεφλουδίζω την ψυχή μου/και να μη βρίσκω τίποτα/κάτω από την τιποτένια σάρκα της/να ποδοπατώ τους όρκους μου,/ τη συγκροτημένη πολιτεία μου/να φτυαρίζω σα χιόνι τα χρόνια μου/και να μη φτουράει ούτε μια μέρα που πέρασε/ μπροστά σαν αυτή που θα `ρθει αύριο/να σε σηκώνω ψηλά πιο ψηλά κι όλο ψηλότερα/και να μην υπάρχει βράχος να σε υψώσω άλλο/να μου χάνεσαι στην τσιμεντόσκονη/ και τα παχυλά τα λόγια/ρακένδυτη μες τα σιφόν σου/ και ξένη/ να σε φοβάμαι/ έτσι όπως έμαθα να προστατεύομαι/να γράφω τις δοκιμασίες μου σαν άθλο/και να ερημώνομαι στις μέσα μου καταιγίδες/να κατοικώ στα άδεια βιβλία/και να κατεδαφίζομαι σε κάθε πέρασμά σου/έτσι έφτασα ως εδώ/μετρώντας τα τεταρτημόρια των αιώνων/σαν τιμωρία και διασπορά/σε μαύρα κεφάλαια λογοκριμένου έργου/να αγοράζω εισιτήρια για το μέλλον σε αϊτιέμ/να αυνανίζομαι στη θέα της λήθης/και να κοινωνώ εις το όνομα της/απαγορευμένο σώμα και αίμα./ Αβλεπί να υποκύπτω και να εναντιώνομαι/σε φανταστικές συνομωσίες και αφορισμούς/να απομακρύνομαι από το διηνεκές/να ονειρεύομαι μόνο σκοτάδια και έρημες χώρες/έτσι έφτασα ως εδώ/αφοπλισμένος στρατιώτης σε ναρκοπέδιο/στα χαράματα του αιώνα γέρος/να έχω σουρώσει της μάνας μου το στήθος απ` το βύζαγμα/ - Ατάϊστος/Ένας μονήρης όγκος στων πλανητών τη συγχορδία/στυφό κρασί/ ξινισμένο ξόμπλι/ παλιοκαιρισμένο στο μάτι του κυκλώνα/ξέφτι βλάσφημο στην ομορφιά του κόσμου/ακοίμιστος.../στο κυνήγι της τελευταίας ουτοπίας μου.
Καθημερινές συνήθειες
Παρακολουθώ τις ειδήσεις –
μεγαλειώδεις!
Καταφέρνουν καθημερινά
να μας παρουσιάσουν τόσα και τόσα…
αφυδατωμένα σύννεφα,
προπαρασκευές πολέμων
άλλοτε γαρνιρισμένες με φυσικό χυμό αίματος
και άλλοτε πασπαλισμένους με χρηματισμένη άχνη.
Απολαμβάνω αυτόν τον κα(κ)λό γίγαντα
που κατοικεί στη γη των ονείρων κάθε πεινασμένου
φορώντας τις βιρτουόζες μουτσούνες του
αναίτια να τρομάζει
–ανάλογα την περίπτωση–
τα στοιχειωμένα στάχυα
τις παπαρούνες της Φλάνδρας
τις αγριοκερασιές στα σύνορα του «μέγα τείχους»
κι ό,τι άλλο σκαρφιστεί
για να διασκεδάσει τη θλιβερή ύπαρξή του.
Λυπάμαι λίγο
από τις ανοησίες των μαντατοφόρων και μη
και φοβάμαι πολύ,
όταν ανάμεσα στους δράκους των μεγάλων δασών
στέκει αφηνιασμένος ο προαναφερθείς γίγαντας
ανακατεύοντας με τη μεγάλη πηρούνα το μέλλον του κόσμου.
Όμως, δεν μπορώ να πω, ότι δεν γελάω
με τις αυτοσχέδιες ατάκες
των μικροπωλητών που διαλαλούν
προϊόντα, ανάγκες, προτιμήσεις,
λες και δεν έχουν άλλη ευκαιρία για να ζήσουν
πάρα μόνο όταν είναι πίσω από τον πάγκο τους
ή κάτω από τη σκέπη του κράτους των ευγενών.
Το θέμα είναι πως δεν μπορώ να πάω για ύπνο
αν δεν ακούσω αγαπημένους καλλιτέχνες
και αν δεν τους δω να ιδρώνουν
πάνω στη σκηνή των θησαυρών
αιωρούμενοι σαν τους υπό εξαφάνιση ταράξακους
στη λευκή πάχνη των φευδαισθήσεων τους.
Επίσης, με τσαντίζει πολύ,
όταν οι καλοντυμένοι παρουσιαστές
χάνουν τα λόγια τους
ή όταν μπερδεύονται καθώς αλλάζουν θέμα
και δεν προλαβαίνουν να σβήσουν
τη μελαγχολία από τα μάτια τους
μεταδίδοντας τους βασιλικούς γάμους
ή να πνίξουν το χαμόγελό τους
όταν οι προγενέστερες γενιές των δίποδων πουλιών
αποδιώχνονται από τη φωλιά τους.
Μαθαίνω όμως τόσα και τόσα…
Στις ειδήσεις οφείλω την καλή μου υγεία,
την ομαλή ροή του γάμου μου,
την ανάδειξή μου ως θυμοσόφου –
εν πλατεία ή ως λέοντος – εν αρένα.
Αφού σκέφτομαι,
να προτείνω την επιδοτούμενη καθιέρωση
των πέρσοναλ λάιβ μεταδόσεων.
Γιατί όχι;
Να ξυπνάω μέσα στη νύχτα
να νιώθω ένα κενό στο στομάχι
μια αδικαιολόγητη μοναξιά
και να έχω τη δυνατότητα με μια λέξη
να καλέσω τον αγαπημένο μου παρουσιαστή.
Κι εκείνος, εν τάχει, να έρχεται
να φορά πάνω από τη πυτζάμα του τον χάρτη της γης
και να μου υποδεικνύει μειλίχια –
αφηγούμενος διάσημες σονάτες,
πώς θα κλάψω και πότε να σταματήσω για να φωτιστώ κατάλληλα
από τα πρωτοχρονιάτικα πυροτεχνήματα
και πως να καταπιώ το δάκρυ μου ανάμικτο
με φύλα χρυσού για τέλεια λεία επιδερμίδα.
Κι έτσι…
τέρμα οι ταχυφαγείες,
οι αυνανισμοί αισθήσεων
και η αξόδευτη παροικία των παραισθήσεων.
Μοναδικό προαπαιτούμενο…
η επιλογή του πέρσοναλ – δική μου
κι αν όχι δεν πειράζει
θα εμπιστευτώ τον λάιβκόουτς μου.
Εκείνος ξέρει!
Για να φτάσει ως εδώ
πέρασε από πολλούς ωκεανούς λυγμών
και αφού δεν πνίγηκε στις δίνες τους
και έφτασε ως το βάθος του μυαλού μου
κάτι θα έχει να μου προτείνει.
Πάντως δεν θα διαπραγματευτώ
το θέμα της παρουσίασης.
Συνήθως οι νύχτες
προσφέρονται για ταξίδια στον χρόνο.
Ευκαιρία να ανακαλύψω
τις κιτρινισμένες σελίδες παλιών εφημερίδων
γιατί μέλλον χωρίς προσκόλληση στο παρελθόν δεν υπάρχει
ή να αναβιώσω τα έργα των Βησιγότθων
και να κατακτήσω –γιατί όχι– τη Ρώμη.
